Μέσα στα πλαίσια μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που προκαλούν ανεπανόρθωτη επιδείνωση στις αστικές δομές, και στην αρχιτεκτονική, δηλαδή στα κελύφη και στον εύθραυστο και σύνθετο ιστό των ιστορικών πόλεων, είναι βέβαιο ότι πρέπει να εξασφαλιστεί η ζωή στα ιστορικά κέντρα. Πρέπει με μεγάλη προσοχή να επανέλθει ισορροπία μεταξύ της “εσωτερικής” και της ορατής δομής της ιστορικής πόλης ώστε η οικονομική και κοινωνική προοπτική και το μέλλον της να χαρακτηρίζεται από μια πιο ισχυρή δυναμική και να μπουν έτσι τα θεμέλια για την αναζωογόνηση της ιστορικής πόλης και σαν χώρου διαβίωσης. Μέχρι πρόσφατα ένα από τα πιο συνηθισμένα και αποτελεσματικά μέτρα ήταν η χορήγηση οικονομικών παραχωρήσεων, ακόμα και απαλλαγών, στις δημόσιες υπηρεσίες και τους ιδιώτες που είναι κύριοι των κτηρίων στις περιοχές κατοικίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα τελευταία ανακαινίζονται και συντηρούνται.
Κάθε πόλη είναι μοναδική με ξεχωριστό χαρακτήρα και πολεοδομικό ιστό και είναι ιδιαίτερη η προσπάθεια να εξεταστεί αυτό από κάθε άποψη.
Η δομή των ιστορικών πόλεων, ο χαρακτήρας της και οι χαράξεις των δρόμων πρέπει να διατηρηθούν ακόμα και μετά από αναπόφευκτες σημειακές επεμβάσεις διαρρύθμισης ή ανάπλασης πόσο μάλλον από την εφαρμογή εκτεταμένων επεμβάσεων. Η διατήρηση αυτών των χαρακτηριστικών της έχει αποφασιστική σημασία για την προστασία της πόλης. Η ύπαρξη και το ποσοστό στον υφιστάμενο οικοδομικό όγκο, στην παλιά πόλη των Χανίων και άλλων σημαντικών κτισμάτων κατάλληλων για μετατροπή σε χώρους διάφορων χρήσεων δίνουν τη δυνατότητα της συνέχειας στην δημιουργία ενός κέντρου του οποίου η διάσωση των ιστορικών χαρακτηριστικών και η προσπάθεια προστασίας του θεωρείται σήμερα σαν αυτονόητη προσπάθεια.
Tο γεγονός των μεταβολών των χαρακτηριστικών του πληθυσμού όπως της πυκνότητας και της δημογραφικής σύνθεσης πρέπει να γίνει εργαλείο για την ερμηνεία της εικόνας και της κατάστασης των ιστορικών πόλεων. Συμβαίνει σε διαφορετικές περιοχές μέσα στα ίδια τα ιστορικά αστικά κέντρα να ανανεώνεται η εικόνα του χώρου από σχεδιασμένες επεμβάσεις και αντίθετα αλλού περιοχές με μειονεκτικό ενδιαφέρον, να εγκαταλείπονται. Εκεί πρέπει να ιεραρχηθούν σαν κύριες κατευθύνσεις η υιοθέτηση και η εκτίμηση των κοινωνικών δεδομένων και η ανάληψη πρωτοβουλιών που θα εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα προβλήματα της διαχείρισης του χώρου και στις διαδικασίες πληροφόρησης και συμμετοχής των κατοίκων στις αποφάσεις. Στόχος είναι να χρησιμοποιούνται τέτοιες διαδικασίες σήμερα στην προσπάθεια ανάπλασης κάθε ιστορικής πόλης.
Η διαχείριση των προβλημάτων σήμερα περιορίζεται σε προτάσεις, που επαναλαμβάνονται, με στόχο την “απόδοση” τους και που συχνά αδιαφορούν για το αποτέλεσμα και την διαμόρφωση του χώρου. Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία που άμεσα σχετίζεται με τις ειδικές συνθήκες του τόπου στον οποίο πραγματοποιείται, και με τις κοινότητες, οφείλει να προβάλλει εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά, που την αντιπροσωπεύουν.
Πρέπει στην παραπάνω διαπίστωση, να δεχτούμε σαν μοντέλο, την διατήρηση των κατοίκων και εάν είναι δυνατόν και την επιστροφή και άλλων. Το πρόβλημα αυτό είναι ιδιαίτερα αισθητό όπου η απρογραμμάτιστη και αποσπασματική δραστηριότητα καταστρέφει τη φυσιογνωμία των κοινοτήτων, αλλά και τον χαρακτήρα της πόλης και την κοινωνική ζωή στην κοινότητα, τους παράγοντες που προστατεύουν και που στηρίζουν τον πολιτισμό. Στόχος είναι, η ιστορική πόλη να είναι χώρος δραστηριοτήτων ζωής, με σεβασμό στο δομημένο περιβάλλον, και να προχωρήσει ο σχεδιασμός με καθοριστική παράμετρο την αντιμετώπιση της σαν ισότιμο μέρος ενός ευρύτερου αστικού κέντρου.
Οι απαιτήσεις που συνθέτουν τον δημόσιο χώρο στην πόλη, όπως οι αναγκαίοι ελεύθεροι χώροι και η κάλυψη από πράσινο, τα δίκτυα των υποδομών και τα μέσα μαζική μεταφοράς, η κυκλοφορίας ακόμα και οι επικοινωνίες αλλά και το σχήμα και η δυναμική της αγοράς εργασίας και τα οικονομικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά έχουν μια αμφίδρομη σχέση με τις μεθόδους του σχεδιασμού.
Τελικά είναι κυρίως τα κοινωνικά και βέβαια τα οικονομικά δεδομένα που επηρεάζουν και ελέγχονται από την εφαρμογή αυτών των μεθόδων. Οι διαφορετικές οικονομικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται μέσα στα όρια των ιστορικών κέντρων των πόλεων και έχουν να κάνουν κυρίως με τον τουρισμό και την αναψυχή, τις επιχειρήσεις ψυχαγωγίας και διασκέδασης και τα μικρά ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, ανταγωνίζονται άλλες δραστηριότητες μέσα από ένα πλήθος αντιφάσεων και συμφερόντων που δεν συμβιβάζονται. Τέτοιες διαπιστώσεις γίνονται για πολλούς τομείς, όπως το περιβάλλον, η κυκλοφορία, την αδυναμία άλλης παραγωγικής λειτουργίας και τελικά και την κατοικία. Αυτό φάνηκε τις προηγούμενες δεκαετίες οπότε η κατοικία άρχισε να εγκαταλείπει τα κέντρα (και των ιστορικών πόλεων) λόγω των δυσμενών συνθηκών και της αντίθεσης με τον επιχειρηματικό και κερδοσκοπικό χαρακτήρα άλλων χρήσεων. Σημαντικά σε αυτό, είναι και τα χαρακτηριστικά της γαιοπροσόδου, η αξία πώλησης και ενοικίασης των ακίνητων και των ελάχιστων αδόμητων οικοπέδων και ο τρόπος με τον οποίο αυτά διαμορφώνονται.
Μια διαπίστωση είναι η αλλοίωση της ιστορικής κληρονομιάς ενός τόπου από την μαζική ανάπτυξη του φθηνού τουρισμού που δεν παρουσιάζει και την αναμενόμενη σταθερότητα. Είναι ορατοί τέτοιοι κίνδυνοι από την ανάπτυξη της βιομηχανίας τουριστικής προβολής και εκμετάλλευσης των πολιτιστικών στοιχείων των πόλεων.
Οι χρήσεις και η λειτουργία των ιστορικών κέντρων των ελληνικών πόλεων πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου των κατοίκων τους.
Η ανάπλαση των ιστορικών περιοχών, σε σχέση με τον σύγχρονο πολεοδομικό ιστό των πόλεων, δεν είναι προϋπόθεση μόνο για την τουριστική ανάπτυξη. Είναι μία πρόκληση απέναντι στην παγκόσμια κοινότητα αλλά και διαμορφώνει την κοινωνική και οικονομική ζωή των κατοίκων της πόλης. Έχει ενδιαφέρον να δούμε και μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά που ελέγχονται από το νομοθετικό πλαίσιο για την δόμηση και απλά “περιορίζονται” από τις διατάξεις για την προστασία και διατήρηση πόλεων και οικισμών στον ελληνικό χώρο. Τέτοια είναι οι προσθήκες και οι “τεχνικές” εγκαταστάσεις (π.χ. κλιματιστικά – πέργκολες και τέντες) όπως τα συναντάμε στις πόλεις, σε χώρους που παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα και είναι ανοιχτοί για τους επισκέπτες. Τα εμπορικά καταστήματα και τα εστιατόρια διεισδύουν στις περιοχές κατοικίας. Χώροι αναψυχής κάθε μορφής γεννιούνται καθημερινά. Σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούν ελκυστικά κελύφη. Η προσπάθεια οριοθέτησης των κοινόχρηστων χώρων από τον εξοπλισμό αναψυχής ή για παράδειγμα ελέγχου του τρόπου έκθεσης των εμπορευμάτων στις αγορές, δεν αντιμετωπίζεται μόνο λόγο της μειωμένης πολιτικής βούλησης, αλλά και όταν ακόμη αυτή ήταν ισχυρή, λόγο της ανεπάρκειας του νομικού πλαισίου που καθορίζει τα περί κοινόχρηστων χώρων. Ένας άλλος ανασταλτικός παράγοντας είναι το κόστος που απαιτεί η διατήρηση συνεργείων απομάκρυνσης αντικειμένων – η αφαίρεση τους και η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση.
Τα αποτελέσματα στα πλαίσια αναπλάσεων είναι προσωρινά αν και κρίνονται συχνά πετυχημένα από τους άμεσα ενδιαφερόμενους και το αγοραστικό κοινό, που βλέπουν με ευχαρίστηση τις αλλαγές.
Άλλα παραδείγματα για τα οποία ισχύει το ίδιο είναι η αλλοίωση του χαρακτήρα των κέντρων από τις διαφημιστικές επιγραφές, τις προσκλήσεις και τις αφίσες ακόμα και από τον εξοπλισμό των κοινόχρηστων χώρων, ειδικά όταν αντιμετωπίζονται προβλήματα στην εγκατάσταση του και την λειτουργία του. Η εικόνα αυτή μεταφέρεται με τις διαδικασίες επέκτασης των χρήσεων και στις αποκλειστικά περιοχές κατοικίας. Κανείς όμως από εμάς δεν θέλει χώρους που εξευγενίζονται και διατηρούνται αλλά παράλληλα “αποστειρώνονται” αισθητικά(;) ή χάνουν τις απλές καθημερινές ποιότητες που καθορίζουν την φυσιογνωμία τους.
Ειδικότερα για τον αστικό χώρο, και τον χώρο κατοικίας, οι οπτικές και οι ακουστικές ποιότητες, ακόμα και η οσμή του χώρου, όπως αντιστοιχούν στην ικανοποίηση των αισθήσεων, διαμορφώνουν την φυσιογνωμία του και την αισθητική του. Μέσα από αυτές τις αισθητηριακές αντιλήψεις ο χώρος συγκεκριμενοποιείται και βιώνεται, γίνεται “τόπος” ή γίνεται “κατοικία” με ταυτότητα, και μνήμη. Σήμερα πρέπει πια να θεωρούμε σαν πολιτιστική κληρονομιά το σύνολο του δομημένου χώρου, όχι μόνο κάποια κτήρια αλλά όλες τις αστικές δομές που μεταφέρουν και υποδηλώνουν τον ειδικό και μοναδικό χαρακτήρα του στο παράδειγμα κάθε πόλης. Η διερεύνηση της σχέσης που έχουν τα χαρακτηριστικά αυτά με τα οικονομικά – κοινωνικά δεδομένα στην πόλη είναι ένας τρόπος για να οριστούν οι ανάγκες για πολεοδομικά έργα και να εφαρμοστούν μέτρα για την προστασία της μοναδικής ταυτότητας των πόλεων αλλά και των κατοίκων τους.
Η προσπάθεια για την διερεύνηση της σχέσης και ενδεχόμενα την ταύτιση μεταξύ των διαφορετικών (λέξεων ή εννοιών): “πόλη” και “κυρίαρχη ιδεολογία” ή “κατοικία” και “κοινωνικές συνθήκες” επιτρέπεται από την μέχρι τώρα εμπειρία και για την περίπτωση στο ιστορικό κέντρο των Χανίων με την εξέλιξη των αρχικών γειτονιών κατοικίας και τον μετέπειτα σχηματισμό θυλάκων με την ίδια χρήση.
Η διερεύνηση, στην περίπτωση των συνθηκών κατοικίας γίνεται με την εξέταση σε μια διαδοχική σειρά εννοιών όπως:
(πρώτον) την δυνατότητα έκφρασης της ατομικής συνείδησης του κατοίκου της
(δεύτερον) τα εξειδικευμένα χαρακτηριστικά και τις διαδοχικές μεταξύ τους ποιότητες του ιστού, δηλαδή του οργανωμένου-δομημένου χώρου της πόλης.
Πολίτης (άτομο ή σύνολο), Πόλη (χώρος και φυσιογνωμία), είναι ο συνδυασμός που δίνει σαν αποτέλεσμα τον πολιτισμό της καθημερινής ζωής. Γίνεται χρήση του ονόματος “δημιουργία” και αναφέρεται στην πόλη σήμερα και όχι απλά στο γεγονός της “γέννησης” της, γιατί από τα σημάδια και τα ίχνη στην εξέλιξη της ικανοποιείται η ανάγκη αντιπαράθεσης αλλά και συνέχειας με το παρελθόν. Το γεγονός είναι ότι η ιστορία των Χανίων, της παλιάς πόλης και των πρώτων της επεκτάσεων, έχει μάλλον την ιδιότητα να εξαγνίζεται, όσο περνάει ο χρόνος, όπως ακριβώς αλλάζει και το τοπίο αν το παρατηρούμε από απόσταση. Η δυνατότητα συμμετοχής σε αυτή την διαδικασία κάθαρσης, όλων των επικαλυπτόμενων χαρακτηριστικών της, είναι σημαντική. Το χρονογράφημα του ιστορικού κέντρου είναι αποκαλυπτικό και για την εικόνα του σήμερα και για την μορφή των οργανωμένων-δομημένων χώρων σε αυτό και τελικά για την σημερινή πόλη σαν πολιτισμική έκφραση.
Αναφέρεται και η έννοια του χώρου, που εδώ είναι ο πολεοδομικός ιστός με όλες τις διαστάσεις του, ενώ στην ανάγνωση της εικόνας της πόλης ίση σημασία έχει και ο χρόνος, δηλαδή η χρονική διάσταση του τόπου. Στην αναγνώριση της φυσιογνωμίας των πόλεων, όπως επίσης και στις αισθητικές και αρχιτεκτονικές αναζητήσεις μας, πρέπει να υπολογίζουμε τον ιστορικό χρόνο, το παρόν και το παρελθόν.
Όπως πρέπει να έχουν συμμετοχή όλες οι “επικαλυπτόμενες πόλεις”, με διαφορετικές “ποιότητες” που επιμένουν να υπάρχουν σαν άδεια ή ερειπωμένα κελύφη ή σαν σημαντικά μνημεία, σαν άγνωστα μνημεία ή ακόμα και σαν “προβλήματα” ή αντιθέσεις στην όποια “κανονικότητα” του ιστού.
Το ιστορικό κέντρο στα Χανιά μπορεί να έχει αλλάξει, αν θέλουμε μπορούμε να πούμε ότι έχει αλλοιωθεί, σε σχέση με την εικόνα που είχε στην μνήμη και κάλυπτε τις συναισθηματικές ανάγκες κυρίως, ίσως και τις αισθητικές, κάποιων παλιότερων γενιών που το αναγνωρίζουν από τα σημάδια του χρόνου και την αφήγηση του.
Που είναι τα σημάδια αυτά;
Είναι εκεί που δημιουργείται η ατομική συνείδηση, από αυτή εξελίσσεται η συλλογική συνείδηση, που εκφράζεται σαν αυτό που εννοούμε με τον προηγούμενο όρο “δημιουργία”.
Αυτός ο χώρος που αναζητούμε βρίσκεται σίγουρα σε επαφή, όσο αφορά τις ιστορικές πόλεις, με τους χώρους κατοικίας.
Ο όρος με τον οποίο μπορούμε να αναφερθούμε στην διατήρηση αλλά και στην ανάπλαση του ιστορικού κέντρου, είναι επίσης η αναγνώριση της μνήμης όλων, ανεξάρτητα από την ένταση τους, των στιγμών της ιστορίας του. Σημασία έχει και ο ρόλος της διαδοχής στην κυριαρχία του τόπου και των επιπτώσεων τους στην μορφή του χώρου, στο πώς αυτά τα όρια διαμορφώνονται κάθε φορά. Και δεν πρέπει να υπολογίζουμε μόνο στις επεκτάσεις του ιστού και στις νέες(;) κάθε φορά διαφορές στην περίμετρο των τειχών, αλλά και στα “εσωτερικά” όρια και τις συνθήκες που διαμορφώνονται στις περιοχές κατοικίας, στα διοικητικά κέντρα και στις υπηρεσίες και τις υποδομές κάθε εποχής.
Η ιδιότητα του “αστικού” που δεν την συναντάμε σε όλα τα οικιστικά συγκροτήματα, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, μπορεί να αλλάζει, συχνά “αυξητικά”, τις ποιότητες και να μεγεθύνει τα χαρακτηριστικά του τόπου, ακόμα και τα περιγράμματα των κτηρίων, τους δρόμους και την κίνηση.
Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η κλίμακα και η ποιότητα που έχουν οι λειτουργίες στον χώρο της πόλης, να προκαλούν μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην μορφή(;) της και τον κάτοικο. Έτσι εκτός από τον τρόπο που αυτός ο χώρος (η κατοικία) γίνεται αντιληπτός, αναρωτιόμαστε και για το πώς διαμορφώνεται και χρησιμοποιείται από τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες ή για παράδειγμα τους μετανάστες στον ιδιαίτερο “τόπο” των γειτονιών στην ιστορική πόλη των Χανίων.
για τα τρία παραπάνω κείμενα πρέπει να γίνουν αναφορές στις εκδόσεις:
1. Ι.Στεφάνου “Η φυσιογνωμία της Ελληνικής πόλης” Ε.Μ.Π. / ΥΠΕΧΩΔΕ Αθήνα 2000
2. ΝΤ.Ν. Κόνσολα “Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ” Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1995
3. The Resolutions of Bruges: Principles Governing the Rehabilitation of Historic Towns Submitted to the International Symposium on the Conservation of Historic Towns Bruges, 12-15 May1975 I.C.O.MO.S.
4. Gaston Bachelard “La poetique de l’ espace” Presses Universitaires de France, Paris 1989