...φιλοξενει προσωπικες σκεψεις για την επικαιροτητα και την κοινωνια, τους τοπους της καθημερινοτητας, την πολη, την τεχνη και την αρχιτεκτονικη....

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Αγαπητοί Βουλευτές της Επιτροπής..... ....

Το ΤΕΕ επιμένει .....εξωλογιστικά.....

Αθήνα, 26/03/2010
Αριθ. Πρωτ.: 8065




Προς:




Τον Πρόεδρο

και τα Μέλη της Διαρκούς Επιτροπής

Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής


Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι Βουλευτές,

Σχετικά με το σχέδιο νόμου «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής» που κατατέθηκε στη Βουλή, το ΤΕΕ δημοσιοποιεί τις θέσεις του. Για όσα προβλέπονται σε αυτό οι μηχανικοί μισθωτοί, δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, έχουν επανειλημμένα συμμετάσχει σε απεργιακές κινητοποιήσεις, μετά από πρόσκληση του ΤΕΕ και των εργασιακών τους συλλόγων. Οι ρυθμίσεις του κρίθηκε ότι είναι μείζονος σημασίας για τη συνολικότερη άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού.

Σε αυτό το υπόμνημα αναφερόμαστε ειδικότερα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 7 του νομοσχεδίου, η οποία ουσιαστικά καταργεί την παρ. 5 του άρθρου 49 του Ν.2238/1994, η οποία και ενσωματώθηκε στις σχετικές διατάξεις που διέπουν τη φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών. Από μόνη της η κατάργηση του ισχύοντος φορολογικού συστήματος των μηχανικών καθιστά τον τίτλο του σχεδίου νόμου απολύτως ανακριβή.

Η χρονική αναντιστοιχία εσόδων – δαπανών μηχανικών η αφετηρία σύνταξης της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 49 του Ν.2238/1994.

Η παροχή υπηρεσιών Μηχανικού για κάθε συγκεκριμένο έργο, κατά κανόνα καλύπτει περισσότερες της μιας διαχειριστικές περιόδους. Στη διάρκεια, ο Μηχανικός δαπανά χωρίς να πραγματοποιεί έσοδα, τα οποία λαμβάνουν χώρα σε κάποια από τις επόμενες διαχειριστικές περιόδους, κατά την παράδοση και με την προϋπόθεση παραλαβής του έργου, οπότε και προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής από το ΤΕΕ, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Κατά συνέπεια υφίσταται αναντιστοιχία δαπανών και εσόδων, δηλαδή πραγματοποιούνται δαπάνες χωρίς έσοδα και έσοδα χωρίς δαπάνες.

Τα στοιχεία τα οποία τηρούνται σε καθημερινή βάση από το ΤΕΕ αποδεικνύουν την ακρίβεια των παραπάνω αναφερομένων και έχουν τεθεί στη διάθεση του Υπουργείου Οικονομικών. Για παράδειγμα, το 2009 έχουν εισοδήματα το 53% αυτών που έχουν δηλώσει σχετικές εργασίες το χρονικό διάστημα από το 2007 έως το 2009 και αφορούν τον ιδιωτικό τομέα. Η αναντιστοιχία χρόνου καταβολής δαπανών προς χρόνο είσπραξης αμοιβών στο δημόσιο τομέα είναι μεγαλύτερη.

Η διάταξη που καταργείται (παρ. 5 άρθρου 49):

Σύμφωνα με το Ν.Δ.2726/1953, η αμοιβή των Μηχανικών είναι διατιμημένη και υπολογίζεται κατά το νόμο από το ΤΕΕ ή από άλλη Δημόσια Αρχή. Εκ τούτου προκύπτει ότι στον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των Μηχανικών, υπάρχει ο αναμφισβήτητος παράγων που είναι το ύψος της ακαθάριστης νόμιμης αμοιβής, η οποία είναι εκ των προτέρων δεδομένη και διασφαλισμένη. Η θέσπιση ειδικών για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των Μηχανικών διατάξεων υπήρξε καρπός μελετών από το Δημόσιο, μακρών και επίπονων.

Με το άρθρο 46 του Ν.Δ.3323/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.1828/1989 και ισχύει μετά την κωδικοποίησή του με το άρθρο 49 παρ. 5 του Ν.2238/1994, το καθαρό εισόδημα των αρχιτεκτόνων και μηχανικών από τη σύνταξη μελετών και σχεδίων οικοδομών και λοιπών τεχνικών έργων, την επίβλεψη της εκτέλεσής τους, την διεύθυνση εκτέλεσης, καθώς και διενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικών με τα έργα αυτά, ανευρίσκεται με την εφαρμογή των εκεί καθοριζομένων συντελεστών, στις ακαθάριστες νόμιμες αμοιβές τους. Δηλαδή οι δαπάνες τους με τη χρήση των συντελεστών επιμερίζονται χρονικά σε αντιστοιχία με τα έσοδα.

Πιθανή δυσαρμονία μεταξύ των δαπανών που προκύπτουν από αυτόν τον επιμερισμό και των πραγματικών δαπανών οδηγεί σε μεγάλη προσαύξηση – ποινή των καθαρών εσόδων.

Το σύστημα παρέμεινε λογιστικό, οι μηχανικοί τηρούν βιβλία εσόδων – εξόδων, τα καθαρά τους κέρδη φορολογούνται με τους ίδιους συντελεστές που φορολογούνται όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

Οι μοναδικοί συντελεστές έχουν προκύψει με βάση την κοινή εμπειρία και πρακτική, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από τον υπηρεσιακό μηχανισμό του Υπουργείο Οικονομικών. Ήδη έχει υπάρξει μια σημαντική αναθεώρησή τους. Η πείρα που έχει αποκτηθεί από τη μακρόχρονη εφαρμογή τους είναι οδηγός για μια ενδεχόμενη αναθεώρηση και παραπέρα εξειδίκευσή τους, ειδικότερα ως προς το σκέλος του αποκλεισμού ύπαρξης δυσαρμονίας μεταξύ επιμεριζόμενων και πραγματικών δαπανών σε μια διαχειριστική περίοδο. Σχετική πρόταση κατάθεσε από την πρώτη στιγμή το ΤΕΕ.





Τα μεγάλα οφέλη που προέκυψαν από τη συγκεκριμένη ρύθμιση:

Το κράτος αύξησε κατακόρυφα τα έσοδά του από τη φορολόγηση των μηχανικών, κατά τρόπο άμεσο, ασφαλή, συνολικό και ανέξοδο και στο μεγάλο τους ποσοστό στη πηγή τους.

Οι σχέσεις μηχανικών και κράτους προσδιορίσθηκαν βάση απλών, σαφών και μη επιδεχομένων πολλαπλές ερμηνείες, κανόνων. Αυτό είχε σαν συνέπεια τη δημιουργία ισχυρής φορολογικής συνείδησης σε έναν κατεξοχήν παραγωγικό κλάδο της οικονομίας. Απόδειξη είναι ότι ο μέσος όρος των δηλούμενων ακαθάριστων εισοδημάτων από τους μηχανικούς ήταν το 2009, χρονιά όπου η μέση αμοιβή μειώθηκε κατά 22% έναντι αυτής του 2008, πάνω από 30% των ελαχίστων υποχρεωτικών.

Ουδείς μηχανικός, παρά τον εντονότατο ανταγωνισμό στον οποίο μαθηματικά οδηγεί το γεγονός ότι στην Ελλάδα ο αριθμός τους είναι σε αναλογία κατοίκων τριπλάσιος του μέσου όρου των χωρών της Ε.Ε., δήλωσε αμοιβές κάτω των επιτρεπομένων ορίων. Αντίθετα πριν υπάρξει η σχετική ρύθμιση το γεγονός αυτό ήταν το σύνηθες. Αποτελούσε δε σημείο τριβής και έντονων αντιπαραθέσεων με τις φορολογικές αρχές, με κατά κανόνα θύμα τα Βιβλία των μηχανικών, τα δεδομένα των οποίων δεν αναγνωρίζονταν.

Επειδή υπήρξε η συγκεκριμένη ρύθμιση, ως συνέπειά της και με συναίνεση του ΤΕΕ διατυπώθηκε η εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν.1642/1986: «οι διατάξεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου αυτής δεν ισχύουν για τις χορηγούμενες εκπτώσεις και τη μερική επιστροφή τιμήματος σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών από τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του άρθρου 49 του Ν.2238/1994». Είναι προφανές ότι με την παρ. 1 του άρθρου 7 του νομοσχεδίου δεν καταργείται και τύποις η παρ. 5 του άρθρου 49, μόνο και μόνο για να μην καταργηθεί η συγκεκριμένη διάταξη. Με νομοθετικά τρικ δεν πρόκειται να αντιμετωπισθεί η πολύ σκληρή πραγματικότητα που δημιουργείται.

Ψευδή μηνύματα αντί ειλικρινούς διαβούλευσης. Επικίνδυνοι ερασιτεχνισμοί.

Αυτήν την περίοδο, την περίοδο της κρίσης και της λήψης των πιο σκληρών μέτρων ενάντια σε κατακτημένα δικαιώματα όλων των εργαζομένων, ελάχιστο και αναγκαίο είναι να διατυπωθεί ένα πειστικό αναπτυξιακό πρόγραμμα δεκαετίας, να υπάρχει ειλικρίνεια και αληθής διάλογος.

Το Υπουργείο Οικονομικών για τέσσερις μήνες πέρασε ψευδή μηνύματα όσον αφορά τον τρόπο φορολόγησης των μηχανικών, ισχυριζόμενο ότι δεν έχουν λογιστικό σύστημα φορολόγησης και κατατάσσοντάς τους με επαγγελματίες (οδηγούς ταξί, οδηγούς φορτηγών, πράκτορες ΟΠΑΠ, λιανοπωλητές λαϊκών αγορών), οι οποίοι έχουν τελείως διαφορετικό φορολογικό καθεστώς. Είναι πρωτίστως στο Υπουργείο γνωστό ότι οι μηχανικοί αποτελούν ειδική κατηγορία ελευθερίου επαγγέλματος, με σαφή ομοιογένεια, το οποίο τους διαφοροποιεί από τα λοιπά ελευθέρια επαγγέλματα. Συνέπεια αυτού ήταν στο πρώτο διάστημα να χαρακτηρίζονται από τα ΜΜΕ οι μηχανικοί ως φοροφυγάδες, πράγμα που σε μεγάλο μέρος ανασκευάσθηκε μετά την παράθεση στοιχείων από το ΤΕΕ. Παρέμεινε όμως ως αναφορά ότι οι μηχανικοί δεν έχουν λογιστικό σύστημα φορολόγησης.

Στην κεντρική επιτροπή αναθεώρησης του φορολογικού συστήματος όπως και στις ομάδες εργασίας που σύστησε το Υπουργείο η διαβούλευση ακυρώθηκε ως έννοια. Κατατέθηκαν οι θέσεις των φορέων, υπήρξαν ολιγόλεπτοι μονόλογοι από τους εκπροσώπους τους. Ουδέποτε αντικρούστηκαν επί της ουσίας από την πολιτική και υπερεσιακή ηγεσία του Υπουργείου. Όμως το φορολογικό είναι ένα δίκαιο που εξελίσσεται ενσωματώνοντας όλες τις διαφορετικότητες που υπάρχουν. Οφείλει να διαμορφώνεται στη βάση κοινών κανόνων, όχι όμως με λογικές απόλυτων γενικεύσεων, χωρίς μελέτη των στοιχείων και των επιπτώσεών τους. Το Υπουργείο Οικονομικών αρνείται να αντιπαραθέσει στα στοιχεία του ΤΕΕ τα στοιχεία που το ίδιο διαθέτει. Και αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ερασιτεχνικές προσεγγίσεις, αλλά ότι αυτές είναι και επικίνδυνες για την οικονομία της χώρας.

Τα μειονεκτήματα της ανάκλησης της συγκεκριμένης ρύθμισης και από την επαναφορά στο προ δεκαεξαετίας καθεστώς.

Εισερχόμαστε σε ένα καθεστώς μη λογιστικό για τους μηχανικούς. Η φορολόγηση θα γίνεται αποκλειστικά επί εσόδων. Μεγάλο μέρος των δαπανών τους δεν θα υπολογίζεται, θα είναι ως μη γενόμενο γιατί δεν θα αντιστοιχίζεται από έσοδα που πραγματοποιήθηκαν την ίδια περίοδο. Αυτό αντιμετωπίζεται στη Δ’ πηγή για τις ΑΕ και ΕΠΕ, δεν αντιμετωπίζεται στη Ζ’ πηγή για τα φυσικά πρόσωπα, τις ΟΕ και ΕΕ. Δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι αυτό είναι ένα λογιστικό σύστημα, πολύ περισσότερο ότι είναι ένα δίκαιο σύστημα. Και σε κάθε περίπτωση το ισχύον σύστημα, αν παρεκκλίνει από το να χαρακτηρισθεί αμιγώς λογιστικό, είναι πολύ περισσότερο λογιστικό από αυτό που τώρα νομοθετείται.

Ως προς το σκέλος των δαπανών θα οδηγηθούμε στην εξής στρέβλωση. Τις χρονιές που οι μηχανικοί θα εμφανίζουν έσοδα αλλά δεν θα έχουν έξοδα, θα εξαγοράζουν δελτία παροχής υπηρεσιών. Στις χρονιές που θα έχουν δαπάνες αλλά δεν θα έχουν έσοδα ή θα τις «μεταβιβάζουν – πωλούν» ή θα αδιαφορούν για τη συλλογή τους. Στο παρελθόν δεν ήταν καθόλου σπάνια η υπογραφή μελετών ή η ανάληψη επιβλέψεων από άλλο άτομο ώστε να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση, με όλες τις φορολογικές, αστικές και ποινικές επιπτώσεις.

Ως προς το σκέλος των εσόδων ποιος θα εγγυάται το πραγματικό τους ύψος, με τι μηχανισμό και σε ποιους χρόνους; Τα τελευταία χρόνια, υπό το σημερινό φορολογικό καθεστώς, το κάνει το ΤΕΕ. Στο καθεστώς πριν το 1994, όμως, ήταν διαρκής η αμφισβήτησή τους από μέρους των εφοριακών ελεγκτών.

Εισερχόμαστε λοιπόν με την κατάργηση της παρ. 5 του άρθρου 49 σε ένα καθεστώς αμφισβήτησης και των εσόδων και των δαπανών, δηλαδή σε συνθήκες που μπορεί να αναπτυχθεί κάθε είδους αισχρή και παράνομη συναλλαγή.

Η διαδικασία καταβολής του φόρου θα κοστίζει σε χρόνο και χρήμα, περισσότερο στους μηχανικούς. Όχι σε όφελος των δημοσίων εσόδων. Αλλά ως συνέπεια των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω.

Οι πολίτες θα υποστούν τη συνέπεια της ουσία αποδέσμευσης των μηχανικών από τα ελάχιστα όρια αμοιβών τους. Ο ανταγωνισμός πλέον θα εκδηλωθεί ως άκρατος αθέμιτος επί των αμοιβών των μελετών και θα μετατοπιστεί από τον ανταγωνισμό επί της ποιότητας των μελετών, άρα καλύτερης, ασφαλέστερης και φθηνότερης κατασκευής.

Οι αρνητικές συνέπειες επί των εσόδων του κράτους.

Το κράτος θα υποστεί τη μείωση των εσόδων του. Από τη συνολικότερη μείωση του «τζίρου», αλλά ακόμη και επί του ίδιου «τζίρου», από το ότι στον υπολογισμό τους θα υπάρχουν πλέον διαμεσολαβητές, από την καθυστέρηση είσπραξής τους λόγω αμφισβητήσεων.

Επιπλέον το κράτος θα υποστεί τις συνέπειες από το γεγονός ότι μεταφέρει ένα σαφές μήνυμα προς τους μηχανικούς ότι δεν υπερασπίζεται το ίδιο τα έσοδά του. Άρα γιατί να μη κάνουν αυτό και οι ίδιοι. Πολύ περισσότερο όταν με τη διατύπωση μιας εμφανιζομένης ως «αθώας» φορολογικής διάταξης μπαίνουν στην πραγματικότητα τα θεμέλια διάλυσης του τρόπου που ασκείται το επάγγελμα, χωρίς μάλιστα να δίνεται καμιά προοπτική.

Το νομοσχέδιο δεν περιλαμβάνει αναπτυξιακά κίνητρα, δεν έχει κατεύθυνση άρσης ανισοτήτων, δεν δίνει προοπτικές δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης, μόνης πραγματικής διεξόδου για την αύξηση των εσόδων του. Το ΤΕΕ θα στηρίξει κάθε διάταξη, και υπάρχουν τέτοιες στο νομοσχέδιο, που οδηγεί στο κτύπημα της φοροδιαφυγής, στη φορολόγηση της παραοικονομίας. Αλλά θεωρεί ότι αν αυτά τα μέτρα έχουν αρνητικές συνέπειες σε αναγκαίες πολιτικές, όπως π.χ. είναι η στήριξη της πρώτης και της κοινωνικής κατοικίας, θα πρέπει να υπάρξουν άμεσα, άλλα, μέτρα ενίσχυσής τους.

Θα ήταν καλό η Κυβέρνηση να κάνει ρυθμίσεις που θα εξειδίκευαν το φορολογικό καθεστώς των μηχανικών και να αποσύρει τη σχετική διάταξη που επαναφέρει τη φορολόγηση των μηχανικών σε ένα καθεστώς αθλιότητας και συναλλαγής που ίσχυε πριν από δεκαέξι χρόνια. Εάν επιμείνει, ας είναι βέβαιη ότι η ζωή της συγκεκριμένης διάταξης θα είναι πολύ μικρή. Μέχρι τότε, το ΤΕΕ και οι μηχανικοί, αυτοί που βίωσαν τα διαφορετικά καθεστώτα και αυτοί που τώρα θα τα γνωρίσουν, θα υπερασπίζονται αυτήν τη θέση, κυρίως γιατί είναι υπέρμετρα δυσμενείς οι συνέπειες για δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους, μικρούς και μεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες μηχανικούς. Εν τέλει πώς θα βγει η Ελλάδα από την κρίση εάν εξοντώσει, χωρίς κανένα κέρδος, το επιστημονικό της δυναμικό;

Με εκτίμηση

Ο Πρόεδρος


Γιάννης Αλαβάνος